Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

ΚΑΛΥΔΩΝΙΟ ΚΥΝΗΓΙ


 ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ΚΑΙ ΑΤΑΛΑΝΤΗ


Στην πόλη Καλυδώνα της Αιτωλίας ζούσε ο βασιλιάς  Οινέας με την σύζυγο του Αλθαία. Η Αλθαία ήταν αδερφή της αρχέγονης γυναίκας Λήδας και κόρη του βασιλιά Θέστιου και της Ερυθέμιδας από την Αιτωλία. Οι μολόχες των βάλτων πήραν το όνομα τους από την Αλθαία. Ο βασιλιάς Οινέας ήταν απόγονος του Ενδυμίωνα και της Προνόης, γιος του Πορθάωνα  και της Ευρύτης. Σύμφωνα με μια άλλη γενεαλογία καταγόταν από τον Δευκαλίωνα.
Ο Οινέας καλλιέργησε πρώτος το αμπέλι. Ο βοσκός του ο Στάφυλος μια μέρα παρατήρησε πως από το κοπάδι εξαφανιζόταν ένα τραγί και όταν επέστρεφε ήταν πάντα χορτάτο. Το παρακολούθησε λοιπόν και το βρήκε να τρώει γλυκά σταφύλια από ένα αμπέλι. Έτσι έδωσαν στο σταφύλι το όνομα του βοσκού. Την χρήση του κρασιού την διδάχτηκε  από τον Διόνυσο, ως αντάλλαγμα της φιλοξενίας που δέχτηκε στο σπίτι του. Πρόσθεταν επίσης πως δεν επισκέφτηκε το παλάτι για να συναντήσει τον Οινέα, αλλά την βασίλισσα Αλθαία. Ο Οινέας που κατάλαβε τις διαθέσεις του θεού, έφυγε από την πόλη και πήγε να θυσιάσει στην εξοχή. Η Αλθαία ενώθηκε με τον Διόνυσο και γέννησε μια κόρη, την Δηιάνειρα, που το όνομα της ήταν παρθένα εχθρική προς τους άνδρες και καταστροφική γυναίκα. Αργότερα η Αλθαία θα κάνει πολλά παιδιά και με τον Οινέα. Ο πιο σπουδαίος είναι ο Μελέαγρος.  Γι αυτόν έλεγαν πως την νύχτα που κοιμήθηκε με τον Οινέα είχε κάνει έρωτα και με τον Άρη. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο Μελέαγρος δεν είχε θεϊκή καταγωγή. 
Το βρέφος δεν είχε φτάσει ακόμα την έβδομη μέρα της ζωής του, όταν οι τρεις Μοίρες εμφανίστηκαν στο παλάτι, για να το μοιράνουν. Η Κλωθώ είπε πως θα έχει ανώτερη ψυχή, η Λάχεση πως θα είναι ανδρείος και η Άτροπος βλέποντας ένα δαυλό που ήταν αναμμένο στο τζάκι μοιραίνει και λέει: «ο Μελέαγρος θα ζήσει τόσο όσο να καεί τελείως αυτός ο δαυλός». Στα λόγια αυτά η Αλθαία τρόμαξε. Πήδηξε από το κρεβάτι, έβγαλε τον δαυλό από την φωτιά και το έκρυψε μέσα σε μια κασέλα, για να διαφυλάξει τη ζωή του γιου της. Τα χρόνια περνούσαν και ο Μελέαγρος μεγάλωνε και δυνάμωνε κάθε μέρα σε δύναμη και θάρρος.

Στην Ιλιάδα μαθαίνουμε από τον γερο – Φοίνικα πως ο Οινέας μια χρονιά είχε ξεχάσει να προσφέρει στην Άρτεμη τους καρπούς της πρώτης του σοδειάς. Η θεά οργισμένη ξεσήκωσε έναν πελώριο κάπρο, για να αφανίσει τα χωράφια του Οινέα. Ο κάπρος ήταν τόσο μεγάλος που μόνος του ο Μελέαγρος δεν μπορούσε να τον σκοτώσει. Τότε φώναξαν ήρωες από όλες τις πόλεις, για το κυνήγι του κάπρου. Κανένας από τους ήρωες που ζούσε τότε δεν έμεινε στην πατρίδα του. Μοναδική εξαίρεση ήταν ο Ηρακλής, που ήταν επιφορτισμένος να εκτελέσει τους άθλους του. Πρώτοι έφτασαν στην Καλυδώνα τα αδέρφια της Αλθαίας, οι θείοι του Μελέαγρου από την Πλευρώνα, που ήταν Κουρήτες. Οι Κουρήτες στην  Αιτωλία ήταν ολόκληρος λαός, ενώ στην Κρήτη ήταν μόνο τρεις θεϊκοί έφηβοι που έσυραν τον χορό των όπλων γύρω από το βρέφος–Δία. Ήρθαν επίσης οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Θησέας από την Αθήνα, ο Ιφικλής ετεροθαλής αδερφός του Ηρακλή, ο Ιάσωνας από την Θήβα, ο Άδμητος, ο Πηλέας από την Θεσσαλία, ο Τελαμώνας από τη Σαλαμίνα, ο Αγκαίος και πολλοί άλλοι.
Κατά τους μυθογράφους της νεότερης εποχής μαθαίνουμε πως στο κυνήγι του κάπρου πήρε μέρος και μια όμορφη παρθένα η Αταλάντη. Η Αταλάντη ήταν κόρη του Αρκάδιου Ίασου ή του Βοιωτού Σχοινέα. Ο πατέρας της που επιθυμούσε αγόρι, όταν γεννήθηκε την παραπέταξε στην οροσειρά Παρθένιον. Εκεί την βύζαξε μια αρκούδα και έτσι μπήκε στον κύκλο της Άρτεμης. Την ανατροφή της, την ανέλαβαν οι κυνηγοί του βουνού. Όταν μεγάλωσε επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει και ανέβηκε πάλι στα βουνά. Τις παρέες των αγοριών της απέφευγε και από την ιδέα του γάμου έμενε μακρυά.  
Από τον έρωτα όμως δεν μπόρεσε να γλυτώσει, όπως δεν τα είχε καταφέρει ούτε η Άρτεμις. Η ομορφιά της είχε ανεβάσει στο βουνό πολλούς επίδοξους μνηστήρες. Ο όρος που είχε επιβάλλει όμως στους μνηστήρες για να παντρευτεί τους είχε δυσκολέψει πολύ. Αυτός που θα κατάφερνε να παραβγεί μαζί της στο τρέξιμο, θα την παντρευόταν. Όποιος δεν τα κατάφερνε θα έπεφτε νεκρός από τα βέλη της. Στον αγώνα έτρεχε γυμνή και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ομορφιά της. Μέρος στον αγώνα πήρε και ένας ακόλουθος του Ποσειδώνα, ο ωραίος νέος Ιππομένης, που το όνομα του σημαίνει «το μένος του αλόγου». Η θεά Αφροδίτη του χάρισε τρία χρυσά μήλα, κομμένα από το στεφάνι του Διονύσου, για να κερδίσει τον αγώνα. Καθώς έτρεχαν ο Ιππομένης άφηνε τα μήλα να πέφτουν μπροστά στα πόδια της Αταλάντης. Αυτή θαμπωμένη από την λάμψη τους, σταμάτησε να τα πιάσει. Έτσι ο μνηστήρας πέτυχε τον σκοπό του. Η Αταλάντη τον ακολούθησε σε ένα σκοτεινό άλσος. Εκεί βρισκόταν κρυμμένο ένα ιερό της Μεγάλης Μητέρας. Ενώθηκε μαζί του και η θεά οργισμένη για την προσβολή, τους μεταμόρφωσε σε ζευγάρι λιονταριών και τους έζεψε στην άμαξα της. Η μεταμόρφωση αυτή συμβολίζει την αιώνια αγνότητα.
Όταν έγινε γνωστό στους ήρωες πως στο κυνήγι θα πάρει μέρος και μια γυναίκα αναστατώθηκαν. Ποτέ καμιά γυναίκα δεν είχε πάρει μέρος σε κυνήγι με άνδρες. Εννιά μέρες φιλοξενούσε ο Οινέας τους ήρωες στην κατοικία του. Ο Μελέαγρος γοητευμένος από την ομορφιά της Αταλάντης της έστειλε προξενιά και τότε ξεκίνησε το κυνήγι. Ο Αγκαίος, ήταν από αυτούς που αντιστάθηκε πιο πολύ και έπεσε θύμα του κάπρου. Ο Πηλέας σκότωσε με το σπαθί του από απροσεξία, τον πεθερό του Ευρυτίωνα. Πολλοί σκοτώθηκαν από τον κάπρο, η ατυχία όμως ήρθε στο τέλος.
Το κυνήγι διήρκεσε έξι μέρες. Η Αταλάντη καταφέρνει και λαβώνει τον κάπρο και ο Μελέαγρος τον σκοτώνει. Μετά από το κυνήγι πρέπει να μοιραστεί το κρέας και να γίνει ένα μεγάλο συμπόσιο, όπως συνήθιζαν οι άνδρες. Ο νικητής παίρνει τρόπαιο το δέρμα και το κεφάλι του κάπρου. Ο Μελέαγρος το προσφέρει στην Αταλάντη και οι γιοι του Θέστιου εξοργίζονται που το πάιρνει μια γυναίκα. Προσπαθούν να της αφαιρέσουν το δώρο και ο Μελέαγρος τους σκοτώνει. Την είδηση την πληροφορείται η Αλθαία : «ο γιος της χάρισε το τρόπαιο σε μια ξένη γυναίκα και σκότωσε τα αδέρφια της μητέρας του».

Στην Ιλιάδα μαθαίνουμε την ιστορία κάπως έτσι: Όταν ο Μελέαγρος προσφέρεται να πολεμήσει το φοβερό θηρίο παίρνουν μέρος μεγάλος αριθμός συντρόφων, από τις γειτονικές πόλεις μέσα σε αυτούς και οι θείοι του από την Πλευρώνα, οι Κουρήτες γιοι του Θέστιου. Με την βοήθεια τους, ξετρυπώνει τον κάπρο από το καταφύγιο του και το τρυπάει με τα βέλη του. Αμέσως ξεσπάει καβγάς για το ποιος θα πάρει το τρόπαιο. Μέσα στον καβγά ο Μελέαγρος σκοτώνει τα αδέρφια της μάνα του και ξεσπάει πόλεμος ανάμεσα στους Κουρήτες της Πλευρώνας και στους Αιτωλούς της Καλυδώνας. Η Αλθαία όταν πληροφορείται τον θάνατο των αδερφών της, πέφτει στα γόνατα και με δάκρυα στα μάτια χτυπάει το έδαφος και τους θεούς παρακαλεί: «...τον Άδη ξόρκιζε, την Περσεφόνη, να δώσουν θάνατο στο γιο που από τα σπλάχνα της βγήκε. Οι προσευχές της ακούστηκαν από το βάθος του Έρεβου, από την Ερινύα, την αδυσώπητη θεά που στα σκοτάδια μέσα αυτή πλανιέται». Ο Μελέαγρος όταν μαθαίνει τις ευχές τις μάνας του οργίστηκε και αποτραβήχτηκε από τον πόλεμο. Έμεινε στο σπίτι, δίπλα στην γυναίκα του Κλεοπάτρα, την κόρη του Ίδα και της Μάρπησσας. Σε αυτή την ιστορία παρ όλου που δεν ακούγεται το όνομα της Αταλάντης και ο δαυλός, ο Μελέαγρος υποτάσσεται για μια ακόμα φορά στα θέλγητρα μιας γυναίκας. Μάταια γονείς και ιερείς τον παρακαλούν να συνεχίσει τον πόλεμο. Οι Κουρήτες μπήκαν στην πόλη και είχαν φτάσει μέχρι το σπίτι του. Όταν οι πέτρες από την στέγη  του υποθαλάμου, όπου βρισκόταν ο Μελέαγρος μαζί με την σύζυγό του άρχισαν να πέφτουν, η Κλεοπάτρα με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσε να βγει έξω και να πολεμήσει. Τότε πια δεν αντιστάθηκε και φόρεσε την αρματωσιά του, βγήκε από το παλάτι και έδιωξε τους εχθρούς από την πόλη.

Στο μεταξύ οι Ερινύες άκουσαν τις ευχές της μάνα του και ο Απόλλωνας με τα βέλη του τον στοχεύει. Η δύναμη του θεού όμως εξουδετερώνεται από την δύναμη του δαυλού. Τότε η Αλθαία θυμήθηκε την κασέλα με τον δαυλό που τόσα χρόνια έκρυβε. Άνοιξε την κασέλα, έβγαλε το δαυλό και τον έριξε μέσα στην φωτιά. Μόλις έγινε στάχτη το ξύλο, έσβησε και ο Μελέαγρος. Άλλοι λένε πως πέθανε στην μάχη ή σύμφωνα με μια πιο παλιά διήγηση πως έπεσε κοντά στα κομμάτια του κάπρου, δίπλα στα πτώματα των αδερφών της μητέρας του.

Στην είδηση του θανάτου του η μητέρα και η γυναίκα του σκοτώνονται από απελπισία. Οι αδερφές του απαρηγόρητες θρηνούν πάνω από τον τάφο του, μέχρι που η Άρτεμις τις λυπήθηκε και τις μεταμόρφωσε σε πουλιά και τις μετέφερε στην Λέρο. Αυτά τα πουλιά είναι οι μελεαγρίδες ή φραγκόκοτες, που ακόμα και τώρα σε κάθε επιστροφή της καλής εποχής φαίνονται σαν να φοράνε το πένθος του αδερφού τους.

Λέγεται πως στον Κάτω Κόσμο ο Μελέαγρος φόβισε ακόμα και τον Ηρακλή και όταν του διηγήθηκε με δάκρυα στα μάτια  το κυνήγι που έγινε στην Καλυδώνα, ο Ηρακλής δάκρυσε  για πρώτη και μοναδική φορά. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου