Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

ΕΥΠΑΛΙΝΕΙΟ ΟΡΥΓΜΑ - ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ (6ος αι. μ.κ.χ.)

     Το Ευπαλίνειο όρυγμα είναι μια σήραγγα κοντά στο Πυθαγόρειο της Σάμου, η οποία κατασκευάστηκε για να χρησιμεύσει σαν υδραγωγείο.
     Η κατασκευή του ορύγματος έγινε τον 6ο αιώνα π.κ.χ. στα χρόνια της τυραννίας του Πολυκράτη και εκτιμάται ότι η κατασκευή του κράτησε 10 χρόνια. Ο σχεδιαστής και μηχανικός του έργου ήταν ο Ευπαλινός, γιός του Ναυστρόφου από τα Μέγαρα. Το άνοιγμα της σήραγγας είναι περίπου 1.80 χ 1.80 μ. και το μήκος της 1036 μ. Μερικά μέτρα κάτω από την κύρια σήραγγα έχει σκαφτεί μια μικρότερη, από την οποία περνούσε το νερό.
     Εκτιμάται ότι ο σκοπός του ορύγματος ήταν όχι μόνο να μεταφερθεί νερό από την πηγή πίσω από το βουνό προς στην πρωτεύουσα της Σάμου (το σημερινό Πυθαγόρειο), αλλά αυτό να γίνει με τρόπο που δεν ήταν ανιχνεύσιμος από επιδρομείς, οι οποίοι θα μπορούσαν εύκολα, αν έβλεπαν τον επιφανειακό αγωγό, να τον καταστρέψουν και να στερήσουν την πόλη από τον βασικότερο πόρο της. Από το όρυγμα λοιπόν το νερό οδηγούνταν μέσα από το τείχος της πόλης.


Στο οριζόντιο επίπεδο

Στο κάθετο επίπεδο


     Ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν δυο παράλληλες σήραγγες, είναι ότι κατά το χρόνο σχεδιασμού και υλοποιήσεις του έργου η πηγή βρισκόταν σε ορισμένο ύψος (υψηλότερο από το επίπεδο της στοάς), αλλά μετά την κατασκευή της κύριας στοάς, η πηγή άρχισε να αναβλύζει χαμηλότερα συνεπώς δεν μπορούσε πλέον με φυσική ροή να οδηγηθεί στη στοά αυτή. Για το λόγο αυτό έγινε αναγκαία η διάνοιξη μιας βοηθητικής, μικρότερης σήραγγας, σε χαμηλότερο επίπεδο. Η μικρότερη σήραγγα διανοίχτηκε μέσα από την κύρια στοά, με τη βοήθεια κάθετων ορυγμάτων.
     Για τον αγωγό σύνδεσης με την πηγή χρειάστηκε να εξορυχθούν περίπου 1500κ.μ. φυσικού βράχου, για το όρυγμα με την τάφρο και το τελικό κανάλι σχεδόν 5000κ.μ. και για τον αγωγό μέσα στην πόλη άλλα 1000κ.μ. Για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου θα πρέπει πίσω στη σήραγγα να μεταφέρθηκαν περίπου 300κ.μ. λίθοι, αλλά και σχεδόν 5000 πήλινοι σωλήνες οι οποίοι κατασκευάστηκαν στον τροχό και μεταφέρθηκαν στον πυθμένα του καναλιού.
     Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν ότι ανοίχθηκε ταυτόχρονα και από τις δυο πλευρές του βουνού: το όρυγμα αυτό ήταν αμφίστομον όπως το χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος, χάρις στον οποίον έγινε γνωστό. Οι δυο σήραγγες συναντήθηκαν περίπου στο μέσον με αξιοθαύμαστη ακρίβεια, κάτι που ήταν σημαντικό επίτευγμα για τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής.
     Η ακρίβεια του έργου είναι ασύλληπτη ακόμα και με τα σημερινά μέσα. Στον Υπόγειο Μητροπολιτικό Σιδηρόδρομο Αθηνών (μετρό) υπάρχουν αποκλίσεις της τάξεως του μέτρου, ενώ στο Ευπαλίνειο Όρυγμα οι αποκλίσεις είναι της τάξεως των εκατοστών!!! Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η νότια σήραγγα (της οποία η ομάδα ανασκαφής της δεν χρειάστηκε να αποκλίνει της πορείας της όπως η βόρεια ομάδα) ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με την ιδανική ευθεία σε όλο το μήκος της (401,8 μέτρα).
     Το Ευπαλίνειο όρυγμα αποτελεί ένα μηχανικό έργο αξεπέραστο στην ιστορία της μηχανικής τεχνολογίας και τεκμήριο του υψηλού επίπεδου τεχνογνωσίας των Ελλήνων μηχανικών και των ολοκληρωμένων γνώσεών τους στην εφαρμογή της Γεωμετρίας, της Τοπογραφίας, της Γεωδαισίας και της Οπτικής στην αρχαία Ελλάδα πολύ πριν από τον 6ο αιώνα π.κ.χ.
     Το έργο αυτό σώθηκε στην ιστορία από την σύντομη αναφορά του ιστορικού Ηρόδοτου όταν επισκέφτηκε τη Σάμο κατά το 450 π.κ.χ.
Ευπαλίνειο όρυγμα

Η μοναδική αναφορά στο Ευπαλίνειο όρυγμα είναι αυτή του Ηρόδοτου:

Ἐμήκυνα δὲ περὶ Σαμίων μᾶλλον, ὅτι σφι τρία ἐστὶ μέγιστα ἁπάντων Ἑλλήνων ἐξεργασμένα, ὄρεός τε ὑψηλοῦ ἐς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ὀργυιάς, τούτου ὄρυγμα κάτωθεν ἀρξάμενον, ἀμφίστομον. τὸ μὲν μῆκος τοῦ ὀρύγματος ἑπτὰ στάδιοι εἰσί, τὸ δὲ ὕψος καὶ εὖρος ὀκτὼ ἑκάτερον πόδες. διὰ παντὸς δὲ αὐτοῦ ἄλλο ὄρυγμα εἰκοσίπηχυ βάθος ὀρώρυκται, τρίπουν δὲ τὸ εὖρος, δι᾽ οὗ τὸ ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ τῶν σωλήνων παραγίνεται ἐς τὴν πόλιν ἀγόμενον ἀπὸ μεγάλης πηγῆς. ἀρχιτέκτων δὲ τοῦ ὀρύγματος τούτου ἐγένετο Μεγαρεὺς Εὐπαλῖνος Ναυστρόφου.


Μετάφραση:


Ανέφερα πολλά δε για τους Σαμίους, γιατί έχουν κάνει τρία από τα μεγαλύτερα έργα από όλους τους Έλληνες. Σε όρος με ύψος εκατόν πενήντα οργιές, έφτιαξαν υπόγειο όρυγμα που το είχαν αρχίσει ταυτόχρονα από δυο πλευρές. Το μεν μήκος του ορύγματος είναι επτά στάδια, το δε ύψος και πλάτος είναι οκτώ πόδια το καθένα. Καθ' όλο το μήκος του δε, έχει ανοιχτεί ένα άλλο όρυγμα, σε βάθος είκοσι πήχεων, με πλάτος τριών ποδιών, μέσα από το οποίο το νερό διοχετεύεται μέσα από σωλήνες από μεγάλη πηγή μέχρι την πόλη. Ο αρχιτέκτονας δε του ορύγματος αυτού ήταν ο Ευπαλίνος, γιός του Ναυστρόφου από τα Μέγαρα.

Στο σημείο που ήταν  η πηγή και η δεξαμενή της βόρειας πλευράς του σπουδαίου αυτού έργου, οι χριστιανοί έχτισαν την εκκλησία του Αι Γιάννη κρύβοντας την κάτω από το δάπεδο του ναού.

Αι Γιάννης


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »

Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΙΟΛΚΟΣ


     Η Αρχαία Δίολκος αποτελεί έναν πρόδρομο του σιδηρόδρομου, ίσως τον αρχαιότερο γνωστό τροχιόδρομο του κόσμου. Είναι τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που χρησιμοποιείτο για την μεταφορά των πλοίων δια ξηράς, ένα από τα σημαντικότερα έργα της μηχανικής των αρχαίων Ελλήνων. Ο Δίολκος  ένωνε τα δύο μεγάλα λιμάνια που υπήρχαν στην αρχαιότητα, τις Κεγχρεές (Σαρωνικός κόλπος) και το Λέχαιον (Κορινθιακός κόλπος). Σκοπός της κατασκευής του ήταν να αποφεύγουν τα πλοία τον περίπλου της Πελοποννήσου και την επικινδυνότητα που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στον μανιασμένο κάβο του Μαλέα.

     Το δυτικό τμήμα που αποκαλύφθηκε έχει μήκος 255 μέτρα στην πλευρά της Πελοποννήσου και μήκος 204 μέτρα στην Στερεά Ελλάδα, μέσα στις εγκαταστάσεις της Σχολής Μηχανικού. Ο δρόμος είναι στρωμένος με κανονικούς κυβόλιθους και στο μέσο του φέρει δύο αυλακώσεις σε απόσταση 1,50 μέτρων. Στο δυτικό άκρο του κατέληγε σε λιθόστρωτη αποβάθρα, το οποίο ανακατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.κ.χ. και χρησιμοποιείτο για την μεταφορά μικρών κυρίως πολεμικών σκαφών. Τέτοια χρήση βεβαιώνεται από τις πηγές ως τον 9ο μ.κ.χ. αιώνα. Ο δρόμος είχε φάρδος 3,5 – 5,00μέτρα, στην μέση του οποίου υπήρχαν αυλακώσεις, που πάνω του κυλούσαν οι πλατφόρμες, οι οποίες μετέφεραν τις τριήρεις και άλλα σκάφη. Οι αυλακώσεις αυτές ήταν δύο και ονομάζονταν ''όλκοι''. Σκοπός τους ήταν να μην εκτροχιάζοντε οι πλατφόρμες με τα πλοία ειδικά στις στροφές, καθώς στην διαπιστωμένη διαδρομή κοντά στον Κορινθιακό, ο Δίολκος δεν ακολούθησε μια ευθεία γραμμή. Προχωρούσε με μεγαλόπρεπες στροφές ακολουθώντας τη διαμόρφωση του εδάφους, γι' αυτό και έχουν βρεθεί τμήματά του τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά. Ιδίως στην Στερεά, είναι έντονες οι αυλακώσεις από τις ρόδες των «ολκών», των οχημάτων πάνω στα οποία μεταφέρονταν τα πλοία. Από τα αυλάκια πήρε και το όνομα της η Δίολκος. Δυστυχώς κατά τις ανασκαφές δεν βρέθηκαν ίχνη μηχανισμών, που χρησίμευαν να έλκουν οι δούλοι τις πλατφόρμες με τα σκάφη. Οι όγκοι των χωμάτων από την διάνοιξη του Ισθμού έχουν θάψει τα πάντα. Την ύπαρξη μηχανισμών την γνωρίζουμε από τον Θουκυδίδη που αναφέρει ότι οι ''πρώτοι που έφτασαν στον Ισθμό ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και άρχισαν να κατασκευάζουν μηχανές για να σύρουν τα καράβια''.

     Με το Δίολκο και τη διίσθμιση των πλοίων, η εμπορική κίνηση στην Κόρινθο ήταν αρκετά μεγάλη. Τα πανάκριβα τέλη (διόδια) που καταβάλλονταν στην Κόρινθο ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της πόλης. Αυτό επέτρεψε στους Κορίνθιους να αποκτήσουν χρήμα και ισχύ και να αναδειχθεί η Κόρινθος σε ένα σπουδαίο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η λειτουργία του Δίολκου βοήθησε επίσης τη Κόρινθο να αποκτήσει και ένα επιπλέον στρατηγικό ρόλο τη εποχή εκείνη. Οι υπάρχουσες αναφορές για υπερισθμίσεις, ξεκινούν από το 428 π.κ.χ., όπου ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι Σπαρτιάτες πέρασαν στόλο από τον Κορινθιακό «ες την προς Αθήναις θάλασσα». Οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξη του Δίολκου. Σε όσα κείμενα έχουν σωθεί, δεν δίνοντε πληροφορίες για τον τρόπο κατασκευής ή τη λειτουργία του. Η κυρίως πορεία του Δίολκου είχε από την αρχαιότητα δεχθεί μία προσθήκη ενός ορθογώνιου δαπέδου, με τοιχία στις τρεις πλευρές του.

     Δεν είναι γνωστό με ποιον ακριβώς τρόπο τα πλοία περνούσαν τη μια θάλασσα στην άλλη.
Μια πιθανή διαδικασία είναι η εξής:

  1. Τα ξεφόρτωναν σ' ένα από τα δύο λιμάνια της Κορίνθου, Λέχαιο ή Κεγχρεές και παρελάμβαναν το φορτίο που μεταφερόταν δια ξηράς, στο άλλο λιμάνι.
  2. Ύστερα, το πλοίο το έσερναν από τη θάλασσα και το στήριζαν πάνω σε ξύλινους κυλίνδρους.
  3. Στη συνέχεια το τοποθετούσαν επάνω σε τροχοφόρο όχημα και το μετέφεραν, πιθανότατα με την βοήθεια δούλων αλλά και ζώων, στο άλλο άκρο του Δίολκου.
  4. Τέλος, το έριχναν πάλι στη θάλασσα, φόρτωναν το εμπόρευμα και το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι του για τα λιμάνια της Ανατολής ή της Δύσης.

     Η ανασκαφή του μνημείου έγινε το 1956-1959 από την αρχαιολογική Υπηρεσία με αρχαιολόγο τον Νίκο Βερδελή και συνεχίστηκε κατά τα έτη 1960-1969 από τον ίδιο ανασκαφέα με δαπάνη της Αρχαιολογικής Εταιρίας.

   Σήμερα, η διάβρωση έχει περάσει πάνω από ένα μεγάλο τμήμα του μνημείου. Οι κυματισμοί εξακολουθούν να ταλαιπωρούν το ήδη βυθισμένο και να διαβρώνουν το «υγιές» τμήμα του μνημείου.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »